Έγγραφα αποκαλύπτουν πρόγραμμα ταξιδιών Αμερικανών δημοσιογράφων στην Κίνα
Η «Επιτροπή των 100» κάλυπτε τα έξοδα, επέλεγε τους συμμετέχοντες και το πρόγραμμα των επισκέψεων, ενώ εσωτερικά έγγραφα περιγράφουν ως στόχο τη βελτίωση της εικόνας της Κίνας στο εξωτερικό...
ARTHUR ZHANG
Η εξέταση εγγράφων της Επιτροπής των 100 [Committee of 100 – C100] από δημοσιογράφο έφερε ξανά στο προσκήνιο τα ταξίδια στην Κίνα με έξοδα πληρωμένα από τον διοργανωτή, στα οποία συμμετείχαν ανώτερα στελέχη μεγάλων αμερικανικών ειδησεογραφικών οργανισμών. Τα ίδια έγγραφα καταγράφουν ακόμη πώς οι συμμετέχοντες περιέγραφαν μεταβολές στις αντιλήψεις τους για την Κίνα, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο σχεδίαζαν να προσεγγίζουν μελλοντικά τη δημοσιογραφική τους εργασία.
Απαντώντας σε ερωτήματα της εφημερίδας The Epoch Times, η C100 επιβεβαίωσε ότι κάλυπτε τα έξοδα μετακίνησης, επέλεγε τους συμμετέχοντες, καθόριζε το πρόγραμμα των επισκέψεων και αποφάσιζε ποια πρόσωπα θα συναντούσαν.
Η οργάνωση απέρριψε τον χαρακτηρισμό που απέδωσε σε αυτά τα ταξίδια η δημοσιογράφος και παρουσιάστρια Νάταλι Γουίντερς, η οποία τα περιέγραψε ως πρακτική «πληρωμής έναντι ευνοϊκής κάλυψης», υποστηρίζοντας ότι δεν υπήρξε ανταλλαγή δημοσιογραφικής κάλυψης έναντι της χρηματοδότησης των ταξιδιών και ότι οι συμμετέχοντες διατήρησαν πλήρη συντακτική ανεξαρτησία.
Η Γουίντερς δημοσίευσε την έρευνά της στην πλατφόρμα Substack στις 28 Ιουλίου, χαρακτηρίζοντας το πολυετές πρόγραμμα αποστολών δημοσιογράφων «δίαυλο προπαγάνδας». Η έρευνα ανέδειξε έγγραφα που παραμένουν αναρτημένα στον ιστότοπο της C100.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται έκθεση για αποστολή του 2012, η οποία φέρει την ένδειξη «Για εσωτερική χρήση» και αποτιμά το κόστος μιας εννεαήμερης επίσκεψης πέντε δημοσιογράφων σε 60.000 δολάρια. Σύμφωνα με το έγγραφο, σκοπός του προγράμματος ήταν η βελτίωση της εικόνας της Κίνας και η ενθάρρυνση των συμμετεχόντων να μεταφέρουν τις εμπειρίες τους στους επαγγελματικούς τους κύκλους.
Οι πέντε δημοσιογράφοι προέρχονταν από τις εφημερίδες The New York Times και Financial Times, τα περιοδικά The Atlantic και Foreign Affairs, και τον ραδιοφωνικό σταθμό WNYC. Σύμφωνα με σχετική σελίδα στον ιστότοπο της C100, επισκέφθηκαν το Πεκίνο, τη Σαγκάη και το Χανγκζού από τις 25 Νοεμβρίου έως τις 3 Δεκεμβρίου 2012.
Η έκθεση περιγράφει αναλυτικά τη διαμονή, τα γεύματα, τις μετακινήσεις, τις επισκέψεις σε αξιοθέατα, επιχειρήσεις και πολιτιστικούς χώρους, καθώς και περίπου είκοσι προγραμματισμένες συναντήσεις με Κινέζους αξιωματούχους, πανεπιστημιακούς, εκπροσώπους μέσων ενημέρωσης, φοιτητές και στελέχη επιχειρήσεων.
Η C100 κατέγραψε μεταβολή στις αντιλήψεις των συμμετεχόντων
Η Γουίννι Ο’Κέλλεϋ, τότε αναπληρώτρια συντάκτρια του οικονομικού τμήματος των New York Times, ανέφερε, σύμφωνα με την έκθεση, ότι επέστρεψε από το ταξίδι με αρκετές ιδέες για νέα δημοσιογραφικά θέματα και ότι σκόπευε να διαμορφώσει διαφορετικά τον τρόπο λειτουργίας της ομάδας της στην Ασία.
Ο Γκάρυ Σίλβερμαν, τότε υπεύθυνος ειδήσεων των ΗΠΑ και αναπληρωτής διευθυντής σύνταξης στους Financial Times, φέρεται να δήλωσε ότι στο εξής δεν θα σκεφτόταν ούτε θα έγραφε για την Κίνα χωρίς να λαμβάνει υπ’ όψιν όσα είχε μάθει κατά την επίσκεψη.
Για τον παρουσιαστή του WNYC, Μπράιαν Λέρερ, η έκθεση αναφέρει ότι η αντίληψή του για την Κίνα είχε αλλάξει «με εκατό διαφορετικούς τρόπους».
Ο Τζόναθαν Τέππερμαν, τότε διευθυντής σύνταξης του Foreign Affairs, εκτίμησε ότι το ταξίδι τού είχε προσφέρει πολύ βαθύτερη, πιο λεπτή και πολυδιάστατη κατανόηση της Κίνας και των απόψεων της πολιτικής και κοινωνικής ελίτ της χώρας. Παράλληλα, ανέφερε ότι είχε δημιουργήσει επαφές με τις οποίες σκόπευε να διατηρήσει συνεργασία, χαρακτηρίζοντας την αποστολή ως το καλύτερο δημοσιογραφικό ταξίδι στο οποίο είχε συμμετάσχει.
Ο Κλάιβ Κρουκ, τότε ανώτερος συντάκτης του The Atlantic, ανέφερε ότι η επίσκεψη ενίσχυσε την άποψή του πως η Κίνα αποτελεί «μια τεράστια και συναρπαστική ιστορία», ενώ παρότρυνε τους διοργανωτές να συνεχίσουν την πρωτοβουλία.
Η έκθεση της C100 ξεχώρισε δύο άρθρα που δημοσίευσε ο Κρουκ μετά το ταξίδι, τα «Why China and the U.S. Can Be Capitalist Comrades» («Γιατί η Κίνα και οι ΗΠΑ μπορούν να είναι καπιταλιστικοί σύντροφοι») και «China’s Ghost Towns Won’t Have a Hard Landing» («Οι πόλεις-φαντάσματα της Κίνας δεν οδεύουν προς απότομη κατάρρευση»).
Η σχετική σελίδα της οργάνωσης παραπέμπει επίσης σε ακόμη ένα άρθρο του, σε τρεις εκπομπές του Λέρερ και σε μία στήλη του Σίλβερμαν, επισημαίνοντας ότι η αποστολή προσέφερε στους συμμετέχοντες πληροφορίες και νέες οπτικές, τις οποίες αξιοποίησαν στη μετέπειτα δημοσιογραφική τους εργασία.
Ο Σεν Ντινγκλί, καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Φουντάν της Σαγκάης, ο οποίος συναντήθηκε με την αποστολή, σχολίασε τις εκτιμήσεις των συμμετεχόντων λέγοντας ότι, στην πραγματικότητα, ήταν εκείνοι που είχαν αλλάξει.
Συμμετέχοντες από κορυφαία ειδησεογραφικά μέσα
Η C100 εγκαινίασε το πρόγραμμα αποστολών δημοσιογράφων το 2007 και, όπως ανέφερε στην Epoch Times, το διατήρησε σε λειτουργία έως το 2014.
Στο διάστημα αυτό, τα αρχεία της οργάνωσης καταγράφουν τη συμμετοχή δημοσιογράφων από τα New York Times, The Washington Post, NPR, PBS, Politico, Time, Newsweek, The Atlantic, Financial Times, Foreign Affairs, WNYC, The New Yorker, USA Today και άλλα μέσα ενημέρωσης.
Σε απολογισμό συνάντησης αποστολών των ετών 2011 και 2012, η C100 περιέγραφε το πρόγραμμα ως ευκαιρία για Αμερικανούς διαμορφωτές της κοινής γνώμης να γνωρίσουν από κοντά την ανάπτυξη και τις προκλήσεις της Κίνας, συναντώντας κυβερνητικούς αξιωματούχους, ειδικούς, δημοσιογράφους, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες και φοιτητές.
Η έκθεση για το ταξίδι του 2012 επαναλάμβανε ότι στόχος του προγράμματος ήταν η βελτίωση της εικόνας της Κίνας και ότι αναμενόταν να μεταφέρουν οι συμμετέχοντες τις εμπειρίες τους στους επαγγελματικούς τους κύκλους.
Σε μήνυμά της τον Δεκέμβριο του 2012, η τότε εκτελεστική διευθύντρια της C100, Άντζι Τανγκ, ανέφερε ότι οι αποστολές δημοσιογράφων και στελεχών της κοινωνίας των πολιτών ήταν «στην πρώτη γραμμή» της διαμόρφωσης του διαλόγου μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας .
Κατά την αποστολή του 2012, οι συμμετέχοντες συναντήθηκαν με τον τότε υφυπουργό Εξωτερικών της Κίνας Τσούι Τιανκάι, τον εκτελεστικό παραγωγό του CCTV Τσενγκ Γιούε, τον πρόεδρο της Sinopec Φου Τσενγκγιού, τον αξιωματούχο της Σαγκάης για τον χρηματοπιστωτικό τομέα Φανγκ Σινγκχάι, καθώς και με πανεπιστημιακούς, επιχειρηματικά στελέχη, φοιτητές και τοπικούς δημοσιογράφους.
Την ίδια περίοδο, στελέχη της C100 πραγματοποίησαν επίσης σειρά επαφών με Κινέζους αξιωματούχους. Σύμφωνα με τον σχετικό απολογισμό, συναντήθηκαν με τον τότε υπουργό Πολιτισμού της Κίνας Τσάι Γου, τον εκλεγμένο επικεφαλής της κυβέρνησης του Χονγκ Κονγκ Λεούνγκ Τσουν-γινγκ, καθώς και με τον Τσουνγκ Τσουνγκ-γουά, πρόεδρο του China–U.S. Exchange Foundation, οργανισμού με έδρα το Χονγκ Κονγκ που ιδρύθηκε το 2008.
Παράλληλα, συζήτησαν με τον Χε Γιαφέι, τότε αναπληρωτή διευθυντή του Γραφείου Υποθέσεων Υπερπόντιων Κινέζων του Κρατικού Συμβουλίου, το ενδεχόμενο συνεργασίας στα προγράμματα αποστολών εκπαιδευτικών και δημοσιογράφων στην Κίνα.
Η C100 υπερασπίζεται το πρόγραμμα
Σε ανακοίνωσή της προς την Epoch Times, η C100 υποστήριξε ότι το πρόγραμμα αποστολών δημοσιογράφων αποτελούσε μια ανοικτή επαγγελματική ανταλλαγή, η οποία πραγματοποιήθηκε για τελευταία φορά το 2014, σε μια περίοδο κατά την οποία οι οικονομίες των δύο χωρών συνδέονταν με ταχείς ρυθμούς και η ενίσχυση της συνεργασίας ΗΠΑ-Κίνας αποτελούσε επίσημη πολιτική και των δύο μεγάλων αμερικανικών κομμάτων.
Σύμφωνα με την οργάνωση, σκοπός του προγράμματος ήταν να προσφέρει σε Αμερικανούς αρχισυντάκτες και ανώτερα δημοσιογραφικά στελέχη άμεση εικόνα μιας χώρας που, όπως υποστήριξε, συχνά καλυπτόταν δημοσιογραφικά από απόσταση.
Η C100 ανέφερε ακόμη ότι ο σκοπός του προγράμματος ήταν διαχρονικά σαφής και δημοσίως γνωστός, ότι επεδίωκε την κατανόηση μέσω της άμεσης εμπειρίας και ότι οι συμμετέχοντες γνωστοποιούσαν τη συμμετοχή τους στα ταξίδια, διατηρώντας πλήρη συντακτική ανεξαρτησία. Παράλληλα, υποστήριξε ότι από τα διαθέσιμα στοιχεία δεν προκύπτει πως κάποιος έγραψε ή επιμελήθηκε δημοσίευμα κατ’ εντολή τρίτου.
Η οργάνωση επιβεβαίωσε επίσης ότι επέλεγε ανεξάρτητα τους συμμετέχοντες, καθόριζε το πρόγραμμα των επισκέψεων, αποφάσιζε ποια πρόσωπα θα συναντούσαν και κάλυπτε το κόστος των ταξιδιών.
Ωστόσο, δεν απάντησε στα συμπληρωματικά ερωτήματα της Epoch Times σχετικά με το αν οι γνωστοποιήσεις αυτές γίνονταν προς τους εργοδότες, το κοινό ή και προς τους δύο. Επίσης, δεν προσκόμισε παραδείγματα τέτοιων γνωστοποιήσεων ούτε διευκρίνισε αν οι συμμετέχοντες και οι εργοδότες τους είχαν λάβει εκ των προτέρων ενημερωτικό υλικό που περιέγραφε ως στόχο του προγράμματος τη βελτίωση της εικόνας της Κίνας.
Ερωτήματα προς τα ειδησεογραφικά μέσα για έγκριση και γνωστοποιήσεις
Η Epoch Times υπέβαλε ερωτήματα προς τα New York Times, The Atlantic, Financial Times, Foreign Affairs και WNYC, ζητώντας να πληροφορηθεί αν είχαν εγκρίνει το ταξίδι του 2012, αν κάλυψαν ή αποζημίωσαν οποιοδήποτε μέρος των εξόδων και ποιες πολιτικές ίσχυαν τότε για τα ταξίδια που χρηματοδοτούνταν από τρίτους και για τη σχετική γνωστοποίηση.
Παράλληλα, ζήτησε να διευκρινιστεί αν η χρηματοδότηση από τη C100 γνωστοποιήθηκε στους αναγνώστες ή στους ακροατές σε δημοσιογραφικό έργο που συνδεόταν με το ταξίδι.
Ξεχωριστά, η εφημερίδα απευθύνθηκε στους Ο’Κέλλεϋ, Σίλβερμαν, Λέρερ, Τέππερμαν και Κρουκ, ζητώντας τους να επιβεβαιώσουν τις δηλώσεις που τους αποδίδονται στα έγγραφα της C100 και να διευκρινίσουν αν η συμμετοχή τους επηρέασε οποιαδήποτε απόφαση σχετική με το ρεπορτάζ, την επιμέλεια, τη στελέχωση συντακτικών ομάδων, την επιλογή πηγών ή τις ραδιοφωνικές εκπομπές.
Έως τη δημοσίευση του άρθρου, κανένας από τους συμμετέχοντες ή τους ειδησεογραφικούς οργανισμούς δεν είχε απαντήσει.
Προκαθορισμένη πρόσβαση και περιορισμοί στη δημοσιογραφική κάλυψη
Το πρόγραμμα της C100 αναπτύχθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία η πολιτική προσέγγισης με το Πεκίνο αποτελούσε κυρίαρχη επιλογή των Ηνωμένων Πολιτειών. Ωστόσο, οι κινεζικές αρχές αντιμετώπιζαν επί μακρόν τις ανταλλαγές, τη φιλοξενία και την ελεγχόμενη πρόσβαση ως μέσα διαμόρφωσης των αντιλήψεων στο εξωτερικό, πρακτική που συνεχίζεται ακόμη και μετά τη σκλήρυνση της αμερικανικής πολιτικής απέναντι στην Κίνα.
Στις 27 Ιουλίου, σύμφωνα με δημοσίευμα του πρακτορείου Xinhua, δεκαεννέα εργαζόμενοι σε μέσα ενημέρωσης από τη Μιανμάρ, το Λάος, το Βιετνάμ και το Μπανγκλαντές ξεκίνησαν εξαήμερη επίσκεψη στην πόλη Μπαοσάν της επαρχίας Γιουνάν υπό την καθοδήγηση του Τμήματος Προπαγάνδας της Δημοτικής Επιτροπής του ΚΚ Κίνας στην Μπαοσάν.
Το πρόγραμμα περιελάμβανε παρουσιάσεις για την παραγωγή καφέ, ιστορικές πόλεις, παραδοσιακές τέχνες, πολιτιστική κληρονομιά, γεωργία, τουρισμό και έργα τοπικής ανάπτυξης.
Πέντε ημέρες νωρίτερα, κυβερνητικός λογαριασμός της Μπαοσάν ανέφερε ότι οι αρχές της περιοχής Τενγκτσόνγκ είχαν εκπαιδεύσει περισσότερους από 300 μαθητές δημοτικού ως ξεναγούς και εθελοντές πανεπιστημίων ως τοπικούς αφηγητές, με αποστολή να μεταφέρουν στις κοινότητες και στα νοικοκυριά τις θεωρίες του ΚΚ Κίνας και τις εγκεκριμένες τοπικές αφηγήσεις.
Οι ξένοι ανταποκριτές που επιχείρησαν να εργαστούν εκτός των επίσημων προγραμμάτων περιέγραψαν μια διαφορετική πραγματικότητα στην έκθεση της Λέσχης Ξένων Ανταποκριτών της Κίνας (FCCC) για την ελευθερία του Τύπου το 2025, με τίτλο «The New Abnormal».
Η έρευνα διαπίστωσε ότι το 94% των ερωτηθέντων θεωρούσε πως οι συνθήκες άσκησης του δημοσιογραφικού έργου στην Κίνα συνήθως ή σχεδόν ποτέ δεν ανταποκρίνονταν στα διεθνή πρότυπα. Το 64% ανέφερε παρεμβάσεις, παρενόχληση ή παρεμπόδιση κατά τη διάρκεια του ρεπορτάζ, ενώ το 77% δήλωσε ότι πηγές είτε αρνήθηκαν είτε ακύρωσαν συνεντεύξεις είτε ζήτησαν άδεια πριν μιλήσουν σε ξένα μέσα ενημέρωσης.
Οι περισσότεροι συμμετέχοντες επέλεξαν να μην κατονομαστούν, εκφράζοντας φόβους για αντίποινα εις βάρος των ίδιων ή των οργανισμών στους οποίους εργάζονταν.
Ένας Ευρωπαίος δημοσιογράφος, ο οποίος διατήρησε την ανωνυμία του, ανέφερε ότι προσκλήθηκε από την κινεζική πρεσβεία σε κυβερνητικά οργανωμένο ταξίδι στο Σιντζιάνγκ. Όπως κατέθεσε, μετά την επιστροφή του κλήθηκε στο κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών, όπου προειδοποιήθηκε ότι η μελλοντική δημοσιογραφική του κάλυψη θα παρακολουθείται ώστε να διασφαλιστεί η «αμεροληψία» της.
Άλλος Ευρωπαίος δημοσιογράφος, ο οποίος επίσης δεν κατονομάζεται στην έκθεση, ανέφερε ότι αστυνομικοί περικύκλωσαν ομάδα ρεπόρτερ, οι οποίοι ερευνούσαν εγκαταστάσεις κράτησης και φυλακές στο Σιντζιάνγκ, εξέτασαν τις κάμερες και τα κινητά τηλέφωνά τους, αντέγραψαν το οπτικό υλικό και διέγραψαν αρχεία.
Η FCCC ανέφερε ακόμη ότι οργανωμένες από την κυβέρνηση δημοσιογραφικές αποστολές προσφέρονταν περιστασιακά στο Θιβέτ, όμως όσοι δημοσιογράφοι συμμετείχαν σε αυτές δεν είχαν τη δυνατότητα να εργαστούν ανεξάρτητα. Κανένας από τους ανταποκριτές που συμμετείχαν στην έρευνα δεν έλαβε άδεια να εισέλθει αυτόνομα στην Αυτόνομη Περιοχή του Θιβέτ το 2025.
Παράλληλα, η έρευνα διαπίστωσε ότι το 40% των ερωτηθέντων ανέφερε πως οι Κινέζοι συνάδελφοί τους είχαν δεχθεί πιέσεις, παρενοχλήσεις ή εκφοβισμό από κρατικούς αξιωματούχους ή κατά τη συνδρομή τους σε επιτόπιο ρεπορτάζ.
Η C100 υποστήριξε ότι οι δημοσιογράφοι που συμμετείχαν στις αποστολές της γνωστοποιούσαν τη συμμετοχή τους στα ταξίδια, χωρίς ωστόσο να προσκομίσει σχετικά παραδείγματα ή να διευκρινίσει αν οι αναγνώστες και οι ακροατές ενημερώνονταν για το ποιος χρηματοδοτούσε τις μετακινήσεις.
Μέχρι τη δημοσίευση του άρθρου, οι πέντε ειδησεογραφικοί οργανισμοί που εκπροσωπήθηκαν στην αποστολή του 2012 δεν είχαν απαντήσει στα ερωτήματα της Epoch Times σχετικά με την έγκριση του ταξιδιού, την κάλυψη ή αποζημίωση των εξόδων και τις πολιτικές γνωστοποίησης που εφάρμοζαν.
https://theepochtimes.gr/engrafa-apokalyptoun-programma-epir/

0 Comments
Δημοσίευση σχολίου